Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

ΤΟΞΟΠΛΑΣΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΗΣΗ

ΜΗΤΡΙΚΗ ΛΟΙΜΩΞΗ

Οι κυριότερες πηγές μητρικής λοίμωξης είναι το ωμό ή ανεπαρκώς μαγειρεμένο κρέας, η επαφή με το χώμα, τα φρούτα και λαχανικά που δεν έχουν πλυθεί επαρκώς και σε ορισμένες χώρες, το μολυσμένο νερό.

Η μητρική λοίμωξη είναι συνήθως ασυμπτωματική. Στις συχνότερες κλινικές εκδηλώσεις περιλαμβάνονται ο πυρετός, η λεμφαδενοπάθεια, η κεφαλαλγία, οι μυαλγίες και η αδυναμία.

Η θετικοποίηση των IgM και των IgG αντισωμάτων γίνεται εντός περίπου, 7 και 14 ημερών από τη λοίμωξη αντίστοιχα.

Τα IgM αντισώματα μπορεί να παραμείνουν θετικά για περισσότερο από ένα χρόνο.

Η μητρική λοίμωξη στη διάρκεια της κύησης βασίζεται στη θετικοποίηση των IgM ή IgG σε δύο διαφορετικά δείγματα με χρονική απόσταση δύο εβδομάδων. Η χαμηλή IgG avidity είναι ενδεικτική πρόσφατης λοίμωξης.

Ο ορολογικός έλεγχος των γυναικών για αντισώματα έναντι του τοξοπλάσματος πρέπει να γίνεται στην αρχή της κύησης. Επανάληψη χρειάζεται επί εμφάνισης αντίστοιχης κλινικής εικόνας, υποψίας πρόσφατης έκθεσης στο παράσιτο και, σε οροαρνητικές γυναίκες, ανά 1-3 μήνες.

ΛΟΙΜΩΞΗ ΤΟΥ ΕΜΒΡΥΟΥ

Οι γυναίκες που μολύνθηκαν πριν τη σύλληψη, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν μεταδίδουν τη λοίμωξη στο έμβρυο. Εξαίρεση αποτελούν οι ανοσοκατεσταλμένες έγκυες, στις οποίες ο κίνδυνος συγγενούς τοξοπλάσμωσης είναι υπαρκτός.

Η συγγενής τοξοπλάσμωση στα πλαίσια μητρικής επαναλοίμωξης είναι εξαιρετικά σπάνια.
Σε όσο μεγαλύτερη ηλικία κύησης μολυνθεί η μητέρα, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος λοίμωξης του εμβρύου και αντίθετα, τόσο μικρότερη η πιθανότητα ενδοκρανιακών βλαβών και σοβαρών νευροαναπτυξιακών διαταραχών.

Η προγεννητική διάγνωση της λοίμωξης με τοξόπλασμα στηρίζεται στην ανίχνευση του T. gondii DNA με PCR (ιδανικά real-time) στο αμνιακό υγρό. Αν και στο παρελθόν πίστευαν ότι η εξέταση πρέπει να γίνεται αφού περάσουν > 4 εβδομάδες από την ορομετατροπή στη μητέρα, φαίνεται πλέον ότι η ευαισθησία της δεν επηρεάζεται από το προαναφερθέν χρονικό διάστημα ή την ηλικία κύησης.
Το υπερηχογράφημα του εμβρύου μπορεί να παρέχει χρήσιμες πληροφορίες. Οι ενδοκρανιακές αποτιτανώσεις και η διάταση των κοιλιών του εγκεφάλου αναγνωρίζονται μετά τις 21 εβδομάδες.
Περίπου το 80% των μολυσμένων εμβρύων δεν έχουν συμπτώματα και σημεία τοξοπλάσμωσης στον πρώτο χρόνο από τη γέννησή τους.


ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Ως τώρα, δεν έχει αποδειχτεί οριστικά η αποτελεσματικότητα της θεραπευτικής αγωγής στην πρόληψη της μετάδοσης της λοίμωξης στο έμβρυο. Οι γυναίκες πρέπει να ενημερώνονται σχετικά.
Επί μητρικής λοίμωξης στην κύηση, συνήθως χορηγείται σπιραμυκίνη (Rovamycine®).

Επί τεκμηριωμένης εμβρυϊκής λοίμωξης συνηθίζεται η αντικατάσταση της σπιραμυκίνης από το συνδυασμό πυριμεθαμίνης-σουλφαδιαζίνης, αν και δεν έχει αποσαφηνιστεί ότι πλεονεκτεί στην πρόληψη των κλινικών εκδηλώσεων, ενώ συνδέεται με περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Όταν χορηγείται ο συνδυασμός πυριμεθαμίνης-σουλφαδιαζίνης πρέπει ταυτόχρονα να λαμβάνεται φυλλινικό ασβέστιο (Leucovorin®) για την αποφυγή καταστολής μυελού των οστών. Ο έλεγχος γίνεται με εβδομαδιαία γενική αίματος.

Η αποτελεσματικότητα της αζιθρομυκίνης (Zithromax®) στην πρόληψη της συγγενούς τοξοπλάσμωσης μένει να διευκρινιστεί στο μέλλον.

Ανάλογα από την κείμενη νομοθεσία και την ηλικία κύησης,  η διακοπή της προσφέρεται ως επιλογή σε γυναίκες που δεν αποδέχονται τον κίνδυνο συγγενούς τοξοπλάσμωσης και των απώτερων επιπλοκών της ή κυοφορούν έμβρυο με ήδη τεκμηριωμένη συμπτωματική λοίμωξη.

ΠΡΟΦΥΛΑΚΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

 Ιδιαίτερα στις οροαρνητικές έγκυες:

•  Σχολαστική τήρηση των κανόνων υγιεινής. Πλύσιμο χεριών με σαπούνι και νερό.
•  Αποφυγή ταξιδιών σε μη αναπτυγμένες χώρες.
•  Αποφυγή κατανάλωσης μη φιλτραρισμένου νερού, ανεπαρκώς πλυμένων φρούτων και λαχανικών, ωμού ή ανεπαρκώς μαγειρεμένου κρέατος και ίσως οστρακοειδών.
•  Αποφυγή επαφής με απορρίμματα γατών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου